Υπάρχουν δεσμά που φαίνονται και δεσμά που δεν φαίνονται. Τα πρώτα τα αναγνωρίζει κανείς και μπορεί να τα σπάσει. Τα δεύτερα δεν γίνονται εύκολα αντιληπτά, γιατί ο άνθρωπος τα συνηθίζει και τα θεωρεί φυσική του κατάσταση.
Αυτά τα αόρατα δεσμά είναι η εξάρτηση από την αμαρτία. Δεν δεσμεύουν το σώμα, αλλά τη θέληση. Δεν αφαιρούν την εξωτερική ελευθερία, αλλά αλλοιώνουν την εσωτερική κρίση. Έτσι, ο άνθρωπος νομίζει ότι είναι ελεύθερος, ενώ στην πράξη οδηγείται από επιθυμίες που δεν ελέγχει.
Η αμαρτία δεν παρουσιάζεται ως καταστροφή, αλλά ως ικανοποίηση. Υπόσχεται χαρά, αλλά δεν τηρεί την υπόσχεση. Στην αρχή φαίνεται ως μια μικρή επιλογή, με τον χρόνο όμως γίνεται συνήθεια και, τελικά, εξάρτηση. Και όταν η ζωή χτιστεί πάνω σε αυτή την εξάρτηση, το αποτέλεσμα είναι η εσωτερική φθορά και το πνευματικό αδιέξοδο.
Η πίστη στον Θεό δεν είναι απώλεια ελευθερίας, αλλά αποκατάστασή της. Ο άνθρωπος δεν παραιτείται από τον εαυτό του· παραιτείται από ό,τι τον διαστρέφει. Δεν χάνει τη βούλησή του· τη θεραπεύει.
Όταν ο άνθρωπος ζει ενωμένος με τον Θεό, παύει να καθορίζεται από φόβο ή ανεξέλεγκτη επιθυμία. Η ζωή του δεν στηρίζεται πλέον σε ανταμοιβές και προσδοκίες, αλλά στη σχέση με τον Θεό, καθώς και στην εσωτερική μεταμόρφωση που αυτή φέρνει.
Έτσι, η ελευθερία δεν σημαίνει απουσία περιορισμών, αλλά απαλλαγή από ό,τι υποδουλώνει την ψυχή. Ο άνθρωπος γίνεται πραγματικά ελεύθερος όταν δεν κυβερνάται από πάθη, αλλά από συνειδητή και καθαρή επιλογή του καλού.
Και τότε αποκαλύπτεται η τελική αλήθεια: η ζωή κοντά στον Θεό δεν είναι απλώς καλύτερη ηθικά· είναι πλήρης και αληθινή ύπαρξη, όπου ο άνθρωπος βρίσκει τον πραγματικό του προορισμό. Χωρίς σύγχυση και χωρίς αυταπάτες.
— π. Άνθιμος