Υπάρχει κάτι βαθιά παράδοξο στον Δεκαπενταύγουστο. Την ώρα που το καλοκαίρι μάς καλεί να ξεχαστούμε μέσα στο φως, η Εκκλησία μάς καλεί να θυμηθούμε τον Θεό, τον άνθρωπο και την ίδια μας την καρδιά.
Μπορεί κανείς να ταξιδεύει πολύ και να μη φτάνει πουθενά. Να μιλά με πολλούς και να μην έχει έναν άνθρωπο στον οποίο να εμπιστευθεί τη σιωπή του. Να επιστρέφει στο σπίτι και να συναντά μια κούραση που κανείς δεν είδε. Και τότε η Εκκλησία ανάβει ένα καντήλι και μας λέει: Έλα στην Παράκληση. Όχι επειδή όλα θα λυθούν, αλλά επειδή δεν χρειάζεται να τα σηκώσεις όλα μόνος σου.
Η Παράκληση είναι μια επιστροφή της καρδιάς. Μπαίνουμε στον ναό με τον νου διασκορπισμένο, με φόβους, πληγές και ονόματα. Και μέσα στον ρυθμό των ύμνων η καρδιά, που όλη ημέρα έτρεχε, μαθαίνει πάλι να στέκεται. Ίσως εκεί αρχίζει η θεραπεία. Όχι επειδή λύθηκαν τα προβλήματα, αλλά επειδή ο άνθρωπος ξαναβρήκε τον προσανατολισμό του.
Ζούμε σε μια εποχή όπου το «εγώ» συχνά γίνεται κέντρο. Έχουμε επικοινωνία, αλλά μας λείπει η κοινωνία. Έχουμε τη δυνατότητα να παρουσιάζουμε τον εαυτό μας παντού, αλλά δυσκολευόμαστε να προσφέρουμε τον εαυτό μας κάπου. Ο άνθρωπος, θέλοντας να προστατευθεί από κάθε πληγή, κλείνεται μέσα του. Η φιλαυτία μοιάζει με σπίτι που χτίστηκε για προστασία και κατέληξε χωρίς πόρτες.
Και απέναντι σε αυτόν τον κλειστό άνθρωπο στέκεται η Παναγία. Όχι ως ιδέα, αλλά ως πρόσωπο. Στον Ευαγγελισμό λέει: «Ιδού η δούλη Κυρίου». Η Παναγία δεν έγινε μικρότερη επειδή παραδόθηκε στον Θεό· έγινε πλατυτέρα. Η καρδιά της έγινε χώρος για τον Αχώρητο. Και αυτό είναι ίσως το μήνυμά της στον σύγχρονο άνθρωπο: να πάψουμε να είμαστε κλειστά δωμάτια γεμάτα μόνο με τον εαυτό μας και να ξαναγίνουμε χώρος για τον Θεό και για τον άλλον.
Η Παναγία γνωρίζει και τον πόνο. Στάθηκε κάτω από τον Σταυρό. Δεν μπορούσε να πάρει από τον Υιό της το ποτήρι. Μπορούσε όμως να μείνει. Και ίσως αυτή να είναι μία από τις βαθύτερες μορφές αγάπης: να μην μπορείς να λύσεις τον πόνο του άλλου και, παρ’ όλα αυτά, να μη φύγεις από κοντά του.
Η Εκκλησία, μέσα στην Παράκληση, μας μαθαίνει να φέρνουμε τον πόνο μας στον Θεό και να τον αφήνουμε να γίνεται προσευχή. Η Κοίμηση δεν είναι το τέλος. Είναι η φανέρωση του προορισμού της ανθρώπινης ζωής. Η Παναγία μάς δείχνει ότι η φθορά δεν έχει την τελευταία λέξη. Η τελευταία λέξη ανήκει στον Χριστό.
Ας μπούμε στις Παρακλήσεις με αλήθεια. Ας πάρουμε μαζί μας ένα όνομα, μια πληγή, έναν φόβο, έναν άνθρωπο που αγαπούμε. Και ας σταθούμε μπροστά στην εικόνα της Παναγίας χωρίς πολλά λόγια:
«Παναγία μου, μη με αφήσεις να κλειστώ στον εαυτό μου. Μάθε με να ανοίγω χώρο για τον Χριστό. Να αγαπώ χωρίς να κατέχω. Να μένω κοντά στον άνθρωπο που πονά. Και όταν δεν μπορώ να αλλάξω τίποτε, μάθε με τουλάχιστον να μη φεύγω».
Δεν μπαίνουμε στον ναό πάντοτε για να πάρουμε αυτό που ζητήσαμε. Μερικές φορές μπαίνουμε για να ξαναβρούμε Εκείνον που είχαμε χάσει. Και όταν βγαίνουμε, μπορεί να έχουμε ακόμη τα ίδια προβλήματα. Αλλά δεν έχουμε πια την ίδια καρδιά. Γιατί μέσα της έχει μείνει κάτι από το «ναι» της Παναγίας.
Και τότε το καλοκαίρι γίνεται πράγματι Πάσχα: όχι επειδή έπαψε ο πόνος, αλλά επειδή μέσα στον πόνο γεννήθηκε η ελπίδα. Και η Παναγία, σιωπηλά, μας παίρνει από το χέρι και μας δείχνει τον δρόμο. Όχι προς τον εαυτό της, αλλά προς τον Χριστό.
π. Άνθιμος Στάμου