Μπροστά στην Παναγία, επιτρέπεται επιτέλους να είμαστε άνθρωποι

Αυτές τις ημέρες του Δεκαπενταύγουστου η Εκκλησία μάς καλεί να σταθούμε μπροστά στην Παναγία όχι μόνο με τα χείλη, αλλά κυρίως με την καρδιά. Και ίσως γι’ αυτό ψάλλουμε τις Παρακλήσεις.

Γιατί υπάρχει ένας πόνος που δεν θεραπεύεται με πολλές κουβέντες. Υπάρχει μια κούραση που δεν φεύγει με λίγες ώρες ύπνου. Υπάρχει μέσα στον άνθρωπο ένα βαθύ σημείο, όπου η ψυχή δεν ζητά εξηγήσεις· ζητά κάποιον να την καταλάβει.

Και εκεί ακριβώς συναντούμε την Παναγία.

Δεν πηγαίνουμε κοντά της επειδή είναι μια μακρινή, ιδανική μορφή που δεν γνώρισε τον πόνο. Πηγαίνουμε επειδή γνώρισε τον πόνο μέχρι το βάθος του. Η Παναγία δεν στάθηκε έξω από το ανθρώπινο δράμα. Στάθηκε κάτω από τον Σταυρό. Και γι’ αυτό μπορεί να καταλάβει τον άνθρωπο που σήμερα στέκεται κάτω από τον δικό του σταυρό.

Τη μητέρα που φοβάται για το παιδί της. Τον άνθρωπο που γυρίζει στο σπίτι και δεν έχει σε ποιον να μιλήσει. Εκείνον που χαμογελά στους άλλους, ενώ μέσα του παλεύει με μια σιωπηλή θλίψη. Τον ηλικιωμένο που νιώθει ότι ο κόσμος γύρω του μικραίνει. Τον νέο που έχει τόσες δυνατότητες μπροστά του, αλλά δεν ξέρει πού να ακουμπήσει την ψυχή του.

Η Παναγία δεν μας λέει: «Μη φοβάσαι, όλα θα γίνουν όπως τα θέλεις». Μας λέει κάτι βαθύτερο: «Μη φοβάσαι να περάσεις μαζί μου μέσα από αυτό που πονά».

Αυτό είναι ίσως το μεγάλο μυστικό της Παραμυθίας. Η παρηγοριά της Εκκλησίας δεν είναι μια εύκολη ψυχολογική ανακούφιση. Είναι η παρουσία εκείνη που μας δίνει δύναμη να αντέξουμε την πραγματικότητα χωρίς να απελπιστούμε. Στις Παρακλήσεις ακούμε ξανά και ξανά τον πόνο του ανθρώπου. Και όμως, μέσα σε όλο αυτό το σκοτάδι, η Εκκλησία επιμένει να ψάλλει. Δεν αρνείται τη νύχτα. Της ανάβει ένα καντήλι. Δεν μας υπόσχεται ότι δεν θα κλάψουμε. Μας θυμίζει όμως ότι τα δάκρυα δεν είναι το τέλος της ιστορίας.

Ζούμε σε έναν κόσμο που μας ζητά συνεχώς να είμαστε δυνατοί, να αποδίδουμε, να προχωρούμε, να χαμογελάμε, να δείχνουμε ότι τα έχουμε όλα υπό έλεγχο. Η Εκκλησία όμως, μπροστά στην Παναγία, μας επιτρέπει να είμαστε άνθρωποι. Να πούμε: «Παναγία μου, κουράστηκα». «Παναγία μου, φοβάμαι». «Παναγία μου, δεν ξέρω πώς να συνεχίσω».

Και τότε αρχίζει η προσευχή. Όχι όταν έχουμε βρει όλες τις απαντήσεις, αλλά όταν αφήνουμε την ψυχή μας να ακουμπήσει σε Εκείνη που ξέρει να στέκεται κοντά στον πόνο χωρίς να τον φοβάται.

Η Παναγία δεν παίρνει πάντοτε αμέσως από πάνω μας τον σταυρό. Μας μαθαίνει όμως να τον σηκώνουμε χωρίς να χάνουμε την ελπίδα. Να ξημερώνει μέσα μας λίγο φως, ενώ ακόμη έξω υπάρχει νύχτα· να ξαναβρίσκουμε τη δύναμη να αγαπήσουμε, ενώ έχουμε πληγωθεί· να μπορούμε να συγχωρήσουμε, ενώ ακόμη πονάμε· να σηκωθούμε άλλη μία φορά, ενώ νομίζαμε ότι δεν μπορούμε.

Ας μπούμε αυτές τις ημέρες στις Παρακλήσεις όχι απλώς για να ζητήσουμε. Ας μπούμε για να ακουμπήσουμε κοντά στην Παναγία ό,τι δεν μπορούμε να σηκώσουμε μόνοι μας: τους ανθρώπους που αγαπούμε, τα παιδιά μας, τους ασθενείς, τους μοναχικούς, τους ανθρώπους που έφυγαν και συνεχίζουν να κατοικούν μέσα στη μνήμη μας και, τέλος, τον ίδιο μας τον εαυτό.

«Παναγία μου, κράτησέ με κοντά στον Χριστό. Όχι για να μη δοκιμαστώ, αλλά για να μη χαθώ μέσα στη δοκιμασία. Μάθε μου να περνώ μέσα από τον πόνο χωρίς να χάνω την ελπίδα, μέσα από τη νύχτα χωρίς να ξεχνώ το φως, μέσα από τη Μεγάλη Παρασκευή χωρίς να λησμονώ την Ανάσταση».

Και τότε ίσως καταλάβουμε ότι η Παραμυθία της Παναγίας δεν είναι πάντοτε να σταματά το δάκρυ. Είναι να στέκεται δίπλα μας μέχρι το δάκρυ να γίνει προσευχή, η προσευχή να γίνει ελπίδα και η ελπίδα να ανοίξει δρόμο προς την Ανάσταση.

π. Άνθιμος Στάμου

Δείτε Ακόμη

error: Content is protected !!

Learn how we helped 100 top brands gain success