«Ἐὰν τις διψᾷ, ἐρχέσθω πρός με καὶ πινέτω» (Ιω. 7,37).
Στο μέσον της εορτής, εκεί όπου ο χρόνος της Εκκλησίας δεν τρέχει αλλά ανασαίνει, ο Χριστός στέκεται και δεν εξηγεί· καλεί. Δεν προσθέτει γνώση στον άνθρωπο, αλλά αποκαλύπτει την αλήθεια του ανθρώπου: ότι διψά.
Η δίψα δεν είναι πτώση, είναι μνήμη Θεού μέσα μας. Ό,τι μας πονά ως κενό, δεν είναι απουσία ζωής, αλλά απόδειξη ότι η καρδιά δημιουργήθηκε ως πηγή.
Ο άνθρωπος του καιρού μας έμαθε να γεμίζει τα πάντα, εκτός από την καρδιά του. Και έτσι έπαψε να διψά συνειδητά, αλλά δεν έπαψε να πονά υπόγεια. Όμως ο Θεός δεν αποκαλύπτεται στον χορτασμό· αποκαλύπτεται στη δίψα που ομολογείται.
Ο Χριστός δεν σβήνει απλώς τη δίψα· γίνεται ο ίδιος το νερό που γεννά ζωή. Δεν δίνει ένα από τα πολλά παρηγορητικά στοιχεία της ύπαρξης, αλλά γίνεται ο ίδιος η δυνατότητα να υπάρχεις αληθινά. Όποιος Τον πλησιάζει, δεν αλλάζει απλώς κατάσταση· αλλάζει ρίζα ζωής.
Και τότε ο λόγος Του δεν είναι πληροφορία αλλά γέννηση: «ὕδωρ ζῶν». Όχι στάση, αλλά ροή. Όχι ανακούφιση στιγμής, αλλά ύπαρξη που αναβλύζει.
Η ζωή εν Χριστώ δεν κατακτάται, αλλά προσφέρεται συνεχώς. Δεν υπάρχει «έφτασα», υπάρχει μόνο «έρχομαι». Και αυτό το «έρχομαι» δεν είναι αδυναμία, αλλά σχέση. Είναι η ταπείνωση που κρατά την καρδιά ζωντανή, γιατί την κρατά ανοικτή.
Η Μεσοπεντηκοστή στέκεται στη μέση για να μας πει ότι η σωτηρία δεν είναι γεγονός που ολοκληρώνεται εξωτερικά, αλλά κοινωνία που βαθαίνει εσωτερικά. Δεν είναι το τέλος του δρόμου, αλλά ο τρόπος πορείας. Ο Θεός δεν περιμένει τον άνθρωπο όταν εκείνος είναι πλήρης, αλλά τον συναντά όταν εκείνος παραδέχεται ότι διψά. Εκεί, στο απλό και αληθινό «διψώ», αρχίζει η αποκάλυψη.
Γι’ αυτό η Εκκλησία δεν υψώνει φωνή κατηγορίας, αλλά ψίθυρο πρόσκλησης. Δεν λέγει «διόρθωσε τον εαυτό σου και έλα», αλλά «έλα και θα γίνεις».
«Ἔρχου». Όχι για να πάψεις να διψάς. Αλλά για να μάθεις ότι η δίψα σου ήταν πάντα ο δρόμος προς Εμένα.
π. Άνθιμος