Ο λόγος του Κυρίου «Ὑμεῖς ἐστε τὸ φῶς τοῦ κόσμου» δεν αποτελεί απλώς έναν τιμητικό λόγο προς τους μαθητές Του, αλλά μία πρόσκληση ευθύνης και διακονίας.
Ο Χριστός δεν αποκαλεί τους μαθητές Του φως επειδή διαθέτουν κάποια δική τους αυτάρκεια, αλλά επειδή καλούνται να αντανακλούν το δικό Του φως στον κόσμο.
Το φως δεν υπάρχει για τον εαυτό του· υπάρχει για να φωτίζει, να θερμαίνει και να οδηγεί.
Έτσι και ο χριστιανός καλείται να γίνεται ζωντανή μαρτυρία της παρουσίας του Χριστού σε έναν κόσμο που συχνά δοκιμάζεται από τη σύγχυση, την απογοήτευση και την απώλεια νοήματος.
Η εικόνα της πόλης που είναι κτισμένη πάνω στο βουνό και του λυχναριού που τοποθετείται στον λυχνοστάτη υπενθυμίζει ότι η πίστη δεν μπορεί να παραμένει κρυμμένη στον ιδιωτικό χώρο της ζωής μας. Δεν είναι μια προσωπική υπόθεση απομονωμένη από τον κόσμο, αλλά μια πρόσκληση κοινωνίας και προσφοράς.
Εκφράζεται μέσα από την αγάπη, τη συγχώρηση, την ταπείνωση, την ειλικρίνεια και την ανιδιοτελή διακονία του άλλου. Τα καλά έργα δεν γίνονται για την προβολή του ανθρώπου, αλλά γίνονται αφορμή ώστε να δοξάζεται ο Θεός, η πηγή κάθε αγαθού.
Ο Χριστός διακηρύσσει ακόμη ότι δεν ήρθε να καταργήσει τον Νόμο, αλλά να τον οδηγήσει στην πληρότητά του. Οι εντολές του Θεού δεν αποτελούν έναν εξωτερικό κανόνα συμπεριφοράς ούτε μια τυπική θρησκευτική υποχρέωση. Είναι ο δρόμος που οδηγεί στην αληθινή ελευθερία, επειδή μεταμορφώνει την καρδιά του ανθρώπου και τον καθιστά ικανό να αγαπήσει με την αγάπη του Θεού.
Στη σημερινή κοινωνία, όπου η τεχνολογική πρόοδος δεν καταφέρνει πάντοτε να θεραπεύσει τη βαθύτερη μοναξιά του ανθρώπου, όπου η πληροφόρηση δεν ταυτίζεται πάντοτε με τη σοφία και η επιτυχία συχνά επισκιάζει την αλήθεια, η Εκκλησία καλείται να παραμένει «πόλις ἐπάνω ὄρους κειμένη».
Η ενορία και η κατηχητική της διακονία γίνονται χώροι συνάντησης, ελπίδας και πνευματικής καλλιέργειας, όπου οι άνθρωποι δεν μαθαίνουν μόνο το Ευαγγέλιο, αλλά εκπαιδεύονται να το κάνουν τρόπο ζωής.
Το φως του Χριστού δεν λιγοστεύει όταν μοιράζεται· αντίθετα, αυξάνεται. Μια πράξη αγάπης, ένας λόγος παρηγοριάς, μια συγχώρηση, μια σιωπηλή προσφορά μπορούν να γίνουν μικρές ακτίνες μέσα στο σκοτάδι της καθημερινότητας.
Γι’ αυτό η μεγαλύτερη μαρτυρία της πίστεώς μας δεν είναι μόνο όσα λέμε, αλλά κυρίως όσα ζούμε. Όταν ο λόγος συνοδεύεται από το παράδειγμα και η πίστη γίνεται έμπρακτη αγάπη, τότε εκπληρώνεται ο λόγος του Κυρίου: «Οὕτω λαμψάτω τὸ φῶς ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων», ώστε μέσα από τη ζωή των πιστών να δοξάζεται ο Πατέρας «ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς».
π. Άνθιμος Στάμου