Η Μάρθα διακονεί· η Μαρία ακούει. Και ο Χριστός δεν απορρίπτει τη διακονία· αποκαλύπτει όμως το μυστικό μέτρο της: «ενός δε εστι χρεία».
Πόσο παράδοξα σύγχρονος είναι ο λόγος Του! Ζούμε κυκλωμένοι από το «πολύ»: πολλά έργα, πολλά μηνύματα, πολλές φωνές, πολλές απαιτήσεις. Γεμίζουμε την ημέρα και συχνά αδειάζουμε την ψυχή. Η μέριμνα γίνεται θόρυβος και ο θόρυβος γίνεται τρόπος ζωής.
Η Μαρία όμως κάνει κάτι επαναστατικά απλό: κάθεται και ακούει. Δεν προσπαθεί να αποδείξει τίποτε. Δεν διεκδικεί την προσοχή. Αφήνει τον Λόγο να εισέλθει μέσα της.
Γιατί ο άνθρωπος δεν αλλάζει επειδή έκανε περισσότερα, αλλά επειδή άφησε κάτι άγιο να αλλάξει το βάθος του.
Και όταν ακούγεται από το πλήθος: «μακαρία η κοιλία η βαστάσασά σε», ο Χριστός δεν αρνείται το μακάρισμα της Μητρός Του. Το αποκαλύπτει στο βαθύτερο νόημά του: «μενούνγε, μακάριοι οι ακούοντες τον λόγον του Θεού και φυλάσσοντες αυτόν».
Η Παναγία είναι η τελειότερη φανέρωση αυτού του μυστηρίου. Άκουσε τον Λόγο, Τον δέχθηκε στην καρδιά της, Τον φύλαξε με όλη την ύπαρξή της και τελικά Τον έφερε στον κόσμο.
Έτσι η αληθινή τιμή της Θεοτόκου γίνεται και πρόσκληση για μας: να πάψουμε κάποτε να μιλάμε τόσο, να τρέχουμε τόσο, να φοβόμαστε τόσο· και να μάθουμε να ακούμε.
Γιατί η «αγαθή μερίδα» δεν είναι η ζωή χωρίς μέριμνες. Είναι η ζωή μέσα στην οποία η μέριμνα παύει να είναι ο κύριός μας.
Ένα μόνο χρειάζεται: να γίνει ο Λόγος του Θεού όχι απλώς λόγος που ακούσαμε, αλλά ζωή που ενσαρκώσαμε.
Και τότε η καρδιά, από τόπος θορύβου, γίνεται τόπος παρουσίας.
Η Παναγία έδειξε τον δρόμο. Η Μαρία τον άκουσε. Εμείς άραγε θα ακούσουμε;
π. Άνθιμος Στάμου