Κυριακή Β΄ Λουκά — Β΄ Κορ. 9, 6–11
«Όποιος σπέρνει με φειδώ, με φειδώ θα θερίσει· κι όποιος σπέρνει πλούσια, πλούσια θα θερίσει».
Ο Απόστολος Παύλος δεν μας παρουσιάζει έναν Θεό που ανταποδίδει μηχανικά όσα προσφέρουμε. Μας φανερώνει το μυστήριο της αγάπης: τίποτε από όσα χαρίζονται με καθαρή καρδιά δεν χάνεται ενώπιον του Θεού.
«Ο Θεός αγαπά αυτόν που δίνει με χαρά». Όχι γιατί ο Θεός έχει ανάγκη τα δώρα μας, αλλά γιατί εμείς έχουμε ανάγκη να ελευθερωθούμε από το «εγώ» που φοβάται την απώλεια.
Η γενναιοδωρία γίνεται έξοδος από τον εαυτό μας και άνοιγμα στη χάρη. Και ο λόγος του Αποστόλου ανατρέπει το μέτρο του κόσμου: πλούσιος δεν είναι εκείνος που κρατά πολλά, αλλά εκείνος που μπορεί να μοιράζεται χωρίς φόβο.
Ο Θεός μάς χαρίζει «ἐν παντὶ πλουτισμόν εἰς πᾶσαν ἁπλότητα»· όχι για να συσσωρεύουμε, αλλά για να περισσεύουμε «εἰς πᾶν ἔργον ἀγαθόν».
Ίσως το δικό σου δώρο σήμερα να είναι μικρό: ένα πιάτο φαγητό, μια συγχώρηση, ένας λόγος που θα ξαναδώσει ελπίδα, λίγος χρόνος στον μοναχικό, ένα χέρι απλωμένο χωρίς να περιμένει ανταπόδοση. Μην περιφρονήσεις το λίγο. Στα χέρια του Θεού γίνεται ευλογία.
Το θαύμα δεν είναι ότι αποκτούμε περισσότερα. Είναι ότι η χάρη μεταμορφώνει εμάς. Η κατοχή γίνεται μοίρασμα. Το μοίρασμα γίνεται αγάπη. Η αγάπη γίνεται ευχαριστία.
Κι αυτός είναι ίσως ο αληθινός πλούτος: να έχεις ελεύθερη καρδιά για να μοιράζεσαι, απλή ψυχή για να αρκείσαι και πίστη για να ευχαριστείς, ακόμη κι όταν δεν έχεις πολλά.
Γιατί στο τέλος δεν θα μιλήσουν για εμάς όσα συγκεντρώσαμε. Θα μιλήσει η αγάπη που αφήσαμε πίσω μας.
Ας γίνει η ζωή μας ένας μικρός σπόρος στα χέρια του Θεού και η καρδιά μας ένας μεγάλος χώρος για την αγάπη Του.
π. Άνθιμος Στάμου