Ο Χριστός δεν περνά από τη Γαλιλαία ως ιδέα, αλλά ως Πρόσωπο που καλεί. Δεν εισβάλλει στον κόσμο· περνά από τα όριά του σαν σιωπηλή ρωγμή και αποκαλύπτει ότι ο κόσμος δεν είναι αυτάρκης. Στέκεται εκεί όπου η ζωή μοιάζει ήδη τακτοποιημένη, και τη διακόπτει.
«Ακολούθει μοι».
Δεν είναι αφηρημένη φωνή· είναι κάλεσμα σχέσης, είσοδος σε ζωή που δεν κλείνει στον εαυτό της. Και η μαθητεία δεν αρχίζει με γνώση, αλλά με εμπιστοσύνη.
Οι μαθητές δεν αφήνουν απλώς τα δίχτυα τους· αφήνουν τον τρόπο με τον οποίο είχαν συμφιλιωθεί με τον κόσμο. Τα δίχτυα δεν ήταν μόνο εργασία, αλλά βεβαιότητα: ότι η ύπαρξη χωρά σε ό,τι ελέγχεται, μετριέται, επαναλαμβάνεται. Μια ειρήνη χωρίς άνοιγμα στον Θεό.
Και όμως φεύγουν χωρίς εγγύηση. Δεν γνωρίζουν τον δρόμο, δεν βλέπουν το τέλος. Τους αρκεί η παρουσία Εκείνου που καλεί. Και έτσι δεν πρόκειται απλώς για μια απόφαση, αλλά για μια νέα ζωή: την αρχή της Εκκλησίας.
Ο σύγχρονος άνθρωπος δεν διαφέρει· απλώς τα δίχτυα έγιναν πιο λεπτά και πιο ισχυρά: ρόλοι, εικόνες, ρυθμοί χωρίς σιωπή, σύνδεση χωρίς συνάντηση. Μια ζωή γεμάτη έλεγχο, αλλά φτωχή σε κοινωνία και αλήθεια.
Η κλήση παραμένει ίδια. Δεν προσφέρει ασφάλεια, αλλά Βασιλεία· δεν εγγυάται κατοχή, αλλά κοινωνία με τον Θεό. Και η γενναιότητα των μαθητών δεν είναι ηρωισμός, αλλά η στιγμή που ο άνθρωπος αναγνωρίζει τον Κύριο και αφήνει ό,τι τον κρατά μακριά Του.
Και τότε δεν υπάρχει πια άλλος δρόμος: μόνο Εκείνος που καλεί, και ο άνθρωπος που ανήκει πια όχι στα δίχτυα του, αλλά στον Χριστό.
π. Άνθιμος